scheiden

1. scheiden : αποχωρώ, αποσύρομαι

Aus dem Amt scheiden
Αποχωρώ από την υπηρεσία

Aus dem Leben scheiden
Αποβιώνω

2. scheiden: χωρίζω

Eine geschiedene Frau
Μια διαζευγμένη γυναίκα

Sie will sich von ihm scheiden lassen
Θέλει να τον χωρίσει

3. sich scheden: διαφέρω

Hier scheiden sich die Geister
Εδώ διαφέρουν οι γνώμες

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Οι πληροφορίες που αναγράφονται σε αυτό το blog, προέρχονται από προσωπική εμπειρία και έρευνα, κυρίως μέσω του διαδικτύου. Δεν φέρουμε καμία ευθύνη.